Σάββατο, 8 Ιουλίου 2017

Αποσπάσματα από επιστολή της Savitri Devi σε μια συναγωνίστρια



    Έγινε ένας διαγωνισμός στην Αθήνα τον Ιούνιο του 1928 για μια θέση καθηγητή της Γαλλικής Γλώσσας σε ένα ελληνικό Γυμνάσιο. Συμμετείχα, και είπα στην καλή μου αγαπημένη Γαλλίδα φίλη Βιβιάν ότι αυτός ήταν ο λόγος που στις 28 Μαΐου 1928 έλαβα την ελληνική υπηκοότητα. Δεν είπα ψέματα. Αλλά δεν είπα ─από αγάπη για τη νεαρή φίλη μου, που είναι τόσο καλή από κάθε άποψη─ όλη την αλήθεια. […]
    Από την Ελλάδα –συγκεκριμένα από την ελληνική ανώτερη τάξη της Κωνσταντινούπολης─ καταγόταν ο προπάππους μου Pavlos Portassi, που γεννήθηκε το 1770 και έφθασε στην Ιταλία γύρω στο 1790 για να σπουδάσει. Με τον γάμο του έγινε μέλος μιας ευκατάστατης βόρειας ιταλικής οικογένειας και εγκαταστάθηκε εκεί μόνιμα. Ο γιος του Karl ─δηλαδή ο παππούς μου─ ήταν «percepteur» (δηλ. αυτός που επιβλέπει την είσπραξη φόρων). Όταν οι κάτοικοι του Savoy είχαν να επιλέξουν να γίνουν Ιταλοί ή Γάλλοι, επέλεξε τη Γαλλία, και έτσι τα παιδιά του γεννήθηκαν «Γάλλοι» σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο. Ο πατέρας μου, το πέμπτο από έξι παιδιά, γεννήθηκε στις 14 Φεβρουαρίου του 1861. Γνώριζε ιταλικά και γαλλικά, αλλά ελάχιστα ελληνικά. (Εγώ, από παιδί ήδη, από δική μου επιλογή μάθαινα συστηματικά νέα και λίγα αρχαία Ελληνικά. Και μεγάλωσα ανάμεσα σε πολλούς γνωστούς μας Έλληνες).
    Τη Γαλλία και τους Συμμάχους άρχισα να τους απορρίπτω το 1915, όταν δεν ήμουν ακόμη ούτε δέκα χρονών. Στο καθολικό σχολείο, όταν πρωτοπήγα το 1914, τότε που άρχισε ο πόλεμος, μας είπαν ότι οι Γερμανοί ήταν «τρομεροί βάρβαροι» επειδή είχαν επιτεθεί στο «φτωχό μικρό Βέλγιο».[…] Τίποτα δεν με ενόχλησε μέχρι το 1915. (Αν όχι η ιστορία του 1909, της μεταχείρισης των φτωχών σκύλων της Κωνσταντινούπολης από τους «Νεότουρκους». Δεν ήξερα, φυσικά, ότι οι τρεις ηγέτες των Νεότουρκων, Estad Pasha, Talat Pasha και Enver Pasha ήταν όλοι Εβραίοι.) Το 1915 ο γαλλικός στρατός (υπό τον στρατηγό Sarrail) αποβιβάστηκε στη Θεσσαλονίκη, και με τη συναίνεση του πρωθυπουργού της Ελλάδας Βενιζέλου (για τον οποίο δεν γνώριζα ότι ήταν μασώνος!), έκαναν στην Ελλάδα ό,τι ήθελαν. Ο βρετανικός στόλος απέκλεισε τη μικρή χώρα ─η οποία δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς εισαγωγές─ για 10 μήνες. Την 1η Δεκεμβρίου 1916 οι Γάλλοι αποβιβάστηκαν και στην Αθήνα ─και όλα αυτά επειδή η Ελλάδα δεν επιθυμούσε να αγωνιστεί με τους Συμμάχους στον πόλεμο. Ήμουν αγανακτισμένη. Σκέφτηκα, «ψεύτες!». Οι Γερμανοί είναι βάρβαροι, γιατί προήλασαν στο «φτωχό μικρό Βέλγιο». Αυτούς που επιβάλλουν την τυραννία τους στη «φτωχή μικρή Ελλάδα», γιατί δεν τους αποκαλεί κάποιος βαρβάρους; 
    Ρώτησα τον πατέρα μου. Μου εξήγησε: οι Σύμμαχοι μάχονται «για τη δημοκρατία». Τότε είπα, «σκατά στη δημοκρατία». Μισούσα τους Συμμάχους! Πήγα πίσω από το νεόκτιστο σταθμό Gare des Brotteaux, όχι μακριά από εκεί που ζούσαν οι γονείς μου, και, όταν μόλις σκοτείνιασε, με μια κιμωλία κλεμμένη από το σχολείο έγραψα στον τοίχο με γράμματα ένα μέτρο ψηλά: «Α bas les Alliés, vive l’ Allemagne!» («Κάτω οι Σύμμαχοι, ζήτω η Γερμανία!»). Για μένα τότε η Γερμανία ήταν ένα χρωματιστό σημείο στο βιβλίο της Γεωγραφίας. Αλλά το μίσος μου για τους ψεύτες ήταν γνήσιο. Είπα στη μητέρα μου: «Όταν θα γίνω 21 ετών, θα απορρίψω τη γαλλική υπηκοότητα και θα λάβω αυτή της “μικρής φτωχής Ελλάδας”». Η μητέρα μου δεν ταράχτηκε καθόλου, και, παρ’ όλο που ήταν Αγγλίδα, δεν με ρώτησε «Γιατί να μην πάρεις την αγγλική;» Διότι μισούσα την Αγγλία λόγω του αποκλεισμού της Ελλάδας.

 Η 12χρονη Maximiani τον Ιούνιο του 1918 στη Γαλλία

    Μετά το 1918 ήμουν ακόμη αηδιασμένη από τις γαλλικές διαδηλώσεις μίσους με σύνθημα «L’Allemagne paiera!» («Η Γερμανία θα πληρώσει!»), και από όλα αυτά που είχα ακούσει για τις συνθήκες κατοχής στη Γερμανία: κατοχή από μαύρους Σενεγαλέζους σε μια χώρα της Λευκής Φυλής. Αυτό ήταν το τέλος![…]
    Έπειτα ήρθε ο ελληνοτουρκικός πόλεμος του 1920 έως το 1922, και ο βρώμικος ρόλος της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων (η Γαλλία μεταξύ τους). Τον Μάρτιο του 1921 ο κ. Franklin-Bouillon, στο όνομα της Γαλλίας συνήψε συμμαχία με τους Τούρκους. 
    Το 1928 ολοκλήρωσα το Licence ès Lettres και άρχισα να γράφω τις διδακτορικές διατριβές μου (πρέπει να γράψει κανείς τουλάχιστον δύο βιβλία για να αποκτήσει τον διδακτορικό τίτλο). Έμενα σε ένα εντελώς ταπεινό δωμάτιο στην Αθήνα, ζούσα παραδίδοντας μαθήματα και εργαζόμουν στη βιβλιοθήκη. Πρέπει κανείς να παραμείνει τρία χρόνια στην Ελλάδα, προκειμένου να είναι σε θέση να αποκτήσει την υπηκοότητα. Εγώ την έλαβα σε μια εβδομάδα, επειδή είχα Έλληνες συγγενείς. Όμως στο Υπουργείο Εσωτερικών, όπου έδωσα συνέντευξη, ένας άντρας μου είπε: «Με την απόκτηση διδακτορικού τίτλου και το σύνολο της εκπαίδευσης που έχετε, μπορείτε να έχετε μια θαυμάσια θέση στη Γαλλία. Εδώ θα πρέπει να αρχίσετε δουλειές με το κομμάτι, ή, αν δεν μπορείτε να περιμένετε, να ζείτε δίνοντας μαθήματα, όπως κάθε ξένος με ελλιπή μόρφωση. Γιατί απορρίπτετε τη γαλλική υπηκοότητα; Έλληνες με ανώτερη μόρφωση την έλαβαν σκοπίμως, προκειμένου να αποκτήσουν σημαντικές θέσεις». Προφανώς δεν σήμαινε τίποτε για αυτούς το να είναι συμπατριώτες του στρατηγού Sarrail, του Jonnard, του Dartige du Foumet, και όλων των άλλων που είχαν ασκήσει τέτοια στρατιωτική βία και εξαναγκασμό στην Ελλάδα –και συμπατριώτες επίσης του Franklin-Bouillon! Για μένα, όμως, αυτό σήμαινε κάτι. Θα προτιμούσα να ζήσω δίνοντας μαθήματα: φτωχή αλλά χωρίς συμβιβασμούς. Ο κρατικός υπάλληλος μου είπε: «Λοιπόν, τότε, συγχαρητήρια και συλλυπητήρια»!  

Νέο Δελχί, 1η Οκτωβρίου 1980

Πηγή: Ristorante Verona

   
The Stormtrooper